| Η ΠΟΛΗ ΤΟΥ ΡΕΘΥΜΝΟΥ |
|
|
|
|
Το Ρέθυμνο είναι κτισμένο στα παράλια του Κρητικού Πελάγους. Είναι η τρίτη σε πληθυσμό πόλη της Κρήτης και αποτελεί το διοικητικό, εμπορικό και συγκοινωνιακό κέντρο της περιοχής. Σήμερα το Ρέθυμνο ακολουθεί ένα ρυθμό αναπτυσσόμενης πόλης, που κυρίως οφείλεται στην καθιέρωση της ευρύτερης περιοχής ως τουριστικού πόλου έλξης επισκεπτών ενώ οι 7000 και πλέον ενεργοί φοιτητές καθιστούν την πόλη ιδιαίτερα ζωντανή κατά την υπόλοιπη περίοδο του χρόνου. Ο πληθυσμός της πόλης ανέρχεται στους 27.868 κατοίκους, ενώ ο πληθυσμός του Δήμου Ρεθύμνου είναι 31.687 (απογραφή 2001).
Η παλιά πόλη του Ρεθύμνου, με τα στενά σοκάκια, τα Ενετικά ανάκτορα και τους Τούρκικους μιναρέδες προσφέρει μια ξεχωριστή ατμόσφαιρα, με πλούσια ιστορία. Μαζί με τα πολυάριθμα αξιοθέατα που έχει κανείς την ευκαιρία να επισκεφτεί, με το Ενετικό κάστρο και το γραφικό λιμάνι μπορεί να επισκεφτεί όμορφες ταβέρνες, cafe και εστιατόρια που προσφέρουν απολαυστικές Κρητικές γεύσεις.
Για τις κτιριακές ανάγκες του Πανεπιστημίου υπάρχουν δύο πανεπιστημιουπόλεις.
ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΝΑΔΡΟΜΗΗ αρχή της μακραίωνης ιστορίας της πόλης του Ρεθύμνου, τοποθετείται στα Νεολιθικά χρόνια, όπου τα αρχαιολογικά κατάλοιπα μαρτυρούν την πιθανή κατοίκηση της περιοχής από αλιείς, στο σπήλαιο του Γερανιού. Μαρτυρίες για την ύπαρξη της πόλης αρχίζουν από τον 5ο – 4ο αι. π.Χ. και είναι τα νομίσματα, οι επιγραφές και οι αρχαίοι συγγραφείς. Η Μινωική περίοδος αποτέλεσε οικονομικό αλλά κυρίως πολιτιστικό σταθμό για το νησί. Από τα μέσα του 12ου αιώνα π.Χ., μέχρι και τα μέσα του 11ου αιώνα π.Χ. (Υστερομινωικά Χρόνια), ο Μινωικός πολιτισμός γνώρισε σημαντική άνθηση, με τους Κρητικούς να αναπτύσσουν το εμπόριο και να ξεκινούν τις επαφές τους με τη Συρία και την Αίγυπτο. Η περίοδος της εμπορικής και πολιτισμικής κορύφωσης, τελειώνει απότομα για τους κατοίκους της Κρήτης, την περίοδο του μυθικού βασιλιά Μίνωα, πιθανότατα λόγω της καταστροφικής έκρηξης του ηφαιστείου της Σαντορίνης και των συνεπειών της. Οι περίοδοι που ακολουθούν χαρακτηρίζονται από μια σειρά κατακτητών οι οποίοι δημιουργούν προβλήματα στο νησί. Αρχικά οι Δωριείς, ακολουθούν οι Ρωμαίοι, οι Ενετοί, οι Τούρκοι και οι Γερμανοί. Το νησί γίνεται μήλον της Έριδος και περνά στα χέρια διαφόρων κατακτητών. Το 1204 αρχίζει μια νέα περίοδος για την Κρήτη και συγκεκριμένα για το Ρέθυμνο. Με την κατάλυση της Βυζαντινής αυτοκρατορίας από τους Σταυροφόρους, οι αρχηγοί τους μοιράζονται τα εδάφη και με τη σειρά τους τα παραχωρούν στους Βενετούς έναντι αμοιβής. Εκείνοι όμως, λόγω των πολλαπλών κτήσεων τους σε Πελοπόννησο και Αιγαίο, παραμελούν το νέο τους απόκτημα με αποτέλεσμα να κάνουν ευκολότερη την πρόσβαση στους «μνηστήρες» του νησιού. Το 1538, αποτέλεσε χρονολογία σταθμό για το Ρέθυμνο. Αυτό οφείλεται στην επίθεση του πειρατή Barbarosa, του οποίου η ιστορία και τα κατορθώματα γέμισαν τις σελίδες μεγάλων συγγραφέων στη σύγχρονη εποχή. Η επίθεση του Barbarosa, οδήγησε τους Ενετούς να συνειδητοποιήσουν ότι η πόλη χρήζει οχυρωματικών έργων για προστασία από τις επιθέσεις των κατακτητών. Ως εκ τούτου αρχίζουν να κατασκευάζουν ένα τείχος που ξεκινούσε από την ανατολική παραλία της πόλης και κατέληγε στη δυτική, προστατεύοντας μ’ αυτό τον τρόπο το Ρέθυμνο μόνο απ’ τη στεριά και αφήνοντας το εκτεθειμένο στους κατακτητές από την πλευρά της θάλασσας. Μερικά χρόνια αργότερα όταν ο πειρατής Ολουτζ Αλή κατέκτησε από τη θάλασσα το Ρέθυμνο με σχετική ευκολία, οι Ενετοί συνειδητοποίησαν το λάθος που είχαν διαπράξει στην οχυρωματική πολιτική τους και μόλις δύο χρόνια μετά, ξεκίνησαν να χτίζουν το κάστρο το οποίο σώζεται μέχρι σήμερα και αποτελεί μοναδική ομορφιά και σημείο κατατεθέν της πόλης, τη Φορτέτζα. Οι αρχές του 16ου αιώνα βρίσκουν το Ρέθυμνο σε άνθηση. Ο πληθυσμός της πόλης φτάνει της περίοδο αυτή τους 10.000 κατοίκους, αριθμός που αποτέλεσε τον υψηλότερο πληθυσμό του Ρεθύμνου μέχρι το 1940. Τόσο μεγάλη ήταν η δίψα και η θέληση των κατοίκων της πόλης να αναδείξουν τον πολιτισμό και την ιστορία τους, που κατάφεραν να επηρεάσουν τον τρόπο ζωής των Ενετών, οι οποίοι με το πέρασμα του χρόνου άρχισαν να οικειοποιούνται τις καθημερινές συνήθειες των ντόπιων. Ακολουθεί η περίοδος της «Κρητικής Αναγέννησης», μια εποχή πολιτισμικής άνθησης, όπου απ’ όλη την υπόλοιπη Ελλάδα παρατηρείται μόνο στην Κρήτη και στα Επτάνησα. Η αστική τάξη αφυπνίζεται και αναπτύσσεται ραγδαία. Στο Ρέθυμνο αρχίζουν να ένα επιστρέφουν οι πρώτοι επιστήμονες, γόνοι των αστικών οικογενειών, που κάποια χρόνια νωρίτερα είχαν ταξιδέψει στη Πάντοβα για να φοιτήσουν στο τοπικό πανεπιστήμιο. Είναι αυτή την περίοδο που από τη μία ο Γεώργιος Χορτάτζης έγραψε το καταπληκτικό και διαχρονικό λαϊκό δράμα, την Ερωφίλη, και από την άλλη ο Μαρίνος Τζάνε Μπουνιάλε με ποιητικό χρονογράφημα, Κρητικός Πόλεμος, αναδεικνύει για πρώτη φορά στοιχεία της καθημερινής ζωής του Ρεθύμνου στα τελευταία χρόνια της Ενετοκρατίας. Αυτός ο πολιτικός «οργασμός», διακόπτεται άδοξα και απότομα, το 1669 με την κατάκτηση της Κρήτης από τον Τούρκικό ζυγό. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα τον πολιτιστικό μαρασμό και την ερήμωση της πόλης. Το 1821 οι Ρεθυμνιώτες μαζί με τους υπόλοιπους Κρητικούς δείχνουν την αγάπη τους για τον τόπο τους και την αποφασιστικότητά τους να ζήσουν ελεύθεροι και δεν αφήνουν κανένα κατακτητή να τους την στερήσει. Πολεμούν γενναία με αποκορύφωμα των αγώνων τους το Ολοκαύτωμα της Μονής Αρκαδίου. Οι προσπάθειες των αγωνιστών της Κρήτης δεν πάνε χαμένες και το 1897 η Κρήτη αποκτά και πάλι την αυτονομία της και αρχίζει να κάνει τα πρώτα δυναμικά βήματα για ανάπτυξη. Η πνευματική και οικονομική άνθηση της πόλης σταματούν για ακόμη μια φορά το 1907, όταν αποχωρούν από την Κρήτη τα στρατεύματα των Μεγάλων Δυνάμεων. Το 1913 ενώθηκε με την Ελλάδα μαζί με την υπόλοιπη Κρήτη. Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος αφήνει ως ανάμνηση στους Ρεθυμνιώτες μια πόλη με πολλές καταστροφές. Μαζεύοντας τα κατάλοιπα του πολέμου, οι κάτοικοι της πόλης κατάφεραν μέσα στα επόμενα χρόνια να ξαναζωντανέψουν τον πολιτισμό τους. Από τη δεκαετία του 1970, το Ρέθυμνο έχει στηρίξει την οικονομική του ανάπτυξη κυρίως στον τουρισμό, ο οποίος ανθίζει μέχρι σήμερα λόγω της φυσικής ομορφιάς, των πολλαπλών αξιοθέατων που έχει να επιδείξει ο τόπος, αλλά κυρίως λόγω της ζεστής φιλοξενίας που προσφέρουν οι ντόπιοι και για την οποία έχουν πλέον γίνει γνωστοί σε όλη την Ευρώπη. |
ΠΟΛΗ 





